el

Το ιερό κατά τη διάρκεια του χρόνου

Η εξερεύνηση του Αρτεμισίου στην Αμάρυνθο είναι αποτέλεσμα της στενής συνεργασίας μεταξύ της Ελβετικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Ελλάδα (ESAG) και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ευβοίας (EAE). Με βάση ένα νέο πρωτόκολλο συνεργασίας, το έργο διευθύνεται σήμερα από τον Sylvian Fachard, Διευθυντή της ESAG, και την Αγγελική Σίμωσι, Διευθύντρια της ΕΑΕ.

Το εν εξελίξει ερευνητικό έργο (2021-2025), που χρηματοδοτείται από το Ελβετικό Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών (SNF) και την Κρατική Γραμματεία Παιδείας, Έρευνας και Εκπαίδευσης (SERI), έχει ως στόχο να μελετήσει τις απαρχές και την εξέλιξη του ιερού της Αρτέμιδος αλλά και τη συμβολή του στη διαμόρφωση του ιερού τοπίου της Ερέτριας. Οι τρεις βασικοί ερευνητικοί άξονες είναι: 1) η έρευνα του ιερού και της ιερής οδού μεταξύ της Ερέτριας και του Αρτεμισίου (υπό τη διεύθυνση του Sylvian Fachard), 2) η επανεκτίμηση της χρήσης του χώρου κατά την Εποχή του Χαλκού (υπό τη διεύθυνση του Tobias Krapf) και 3) η ανασκαφή των Γεωμετρικών και Αρχαϊκών καταλοίπων στο Αρτεμίσιο, μέσω της συγκριτικής μελέτη των τελετουργικών πρακτικών σε Ερετριακούς χώρους λατρείας (υπό τη διεύθυνση των Samuel Verdan και Thierry Theurillat). Τις εργασίες πεδίου συνδιευθύνουν ο Tobias Krapf, επιστημονικός γραμματέας της ESAG, η Tamara Saggini, συνεργάτης του FNS-ESAG και υπεύθυνη για την ανασκαφή του ναού, και η Όλγα Κυριαζή, αρχαιολόγος της ΕΑΕ.

Χώρος της ανασκαφής στην Αμάρυνθο-Παλαιοεκκλησιές (2020)

Περιβάλλον

Ο λόφος των Παλαιοεκκλησιών είναι ένα παράκτιο ύψωμα που καταλαμβάνει το ανατολικό άκρο της λεκάνης απορροής του ποταμού Σαρανταπόταμου, ο οποίος πιθανότατα καλείτο Ερασινός κατά την αρχαιότητα.

Χάρη στο γεωαρχαιολογικό πρόγραμμα που διενεργήθηκε σε συνεργασία με το γαλλικό  CNRS-CEREGE

υπό τη διεύθυνση του Matthieu Ghilardi είναι πλέον δυνατό να ανασυνθέσουμε το παλαιοπεριβάλλον του Αρτεμισίου, το οποίο παρουσιάζει σημαντική μεταβολή από την αρχαιότητα. Από τις αρχές του Ολόκαινου έως περίπου το 2600-2400 π.Χ., η περιοχή χαρακτηρίζεται από ένα εξ ολοκλήρου θαλάσσιο περιβάλλον. Αυτό το περιβάλλον εξελίχθηκε αργά σε υφάλμυρο/κλειστή λιμνοθάλασσα από την Πρώιμη Ελλαδική έως την Ύστερη Γεωμετρική περίοδο (περ. 750 π.Χ.), κυρίως εξαιτίας της προέλασης του δέλτα του ποταμού Σαρανταπόταμου. Από τον 8ο αι. π.Χ. και έπειτα η λιμνοθάλασσα αντικαταστάθηκε σταδιακά από βάλτους. Το ιερό αναπτύχθηκε, λοιπόν, σε ένα περιορισμένο περιβάλλον, μεταξύ των παράκτιων βάλτων προς τα δυτικά, ενός ανώμαλου ακρωτηρίου στα ανατολικά και της ακτής της θάλασσας προς τα νότια. Αυτό το τοπίο είναι σύνηθες και σε άλλα ιερά της Αρτέμιδος που βρίσκονται κατά μήκος του Πορθμού του Ευρίπου και ακόμη νοτιότερα στη Βραυρώνα, τις Αλές, την Αυλίδα και την Ιστιαία.

Αμάρυνθος, ανασύνθεση του παλαιοπεριβάλλοντος

Αμάρυνθος, σημερινή κατάσταση του ιερού

 

Περισσότερες πληροφορίες

Matthieu Ghilardi et al., Reconstructing mid-to-recent Holocene paleoenvironments in the vicinity of ancient Amarynthos (Euboea, Greece). Geodinamica Acta 25.1-2, 2012, 38-51.

Χάρτης της ανασκαφής

Amarynthos, χάρτης της ανασκαφής (2021)

Εποχή του Χαλκού

Το τοπογραφικό περιβάλλον αυτού του παράκτιου λόφου είναι χαρακτηριστικό των θέσεων της Εποχής του Χαλκού και παρουσιάζει ομοιότητες με τη Δροσιά, το Δράμεσι και το Λευκαντί. Το Λευκαντί ιδίως παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με τις Παλαιοεκκλησιές, με τα δύο αγκυροβόλια (σήμερα έχουν επιχωματωθεί) πίσω από τον λόφο. Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που ανήκουν σε όλες τις φάσεις της Εποχής του Χαλκού αποκαλύφθηκαν στην κορυφή του λόφου κατά τις ανασκαφές της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας τη δεκαετία του 1980. Ένας οικισμός της Μέσης Ελλαδικής Εποχής ανασκάφηκε μερικώς στα βόρεια του λόφου, μαρτυρώντας την επέκταση της εγκατάστασης πέρα από τα όρια του λόφου, γύρω από τη λιμνοθάλασσα της προϊστορικής εποχής. Τα μυκηναϊκά ειδώλια ανθρώπων και ζώων που βρέθηκαν στις επιχώσεις της πλαγιάς είναι πολύ λίγα για να υποστηρίξουν πρώιμη λατρευτική δραστηριότητα στην περιοχή. Τα ευρήματα, ωστόσο, μαρτυρούν την ύπαρξη ενός μεγάλου οικισμού, αναμφίβολα της μοναδικής σημαντικής Μυκηναϊκής θέσης ανάμεσα στο Αλιβέρι και το Λευκαντί. Αυτό υπαγορεύει την ταύτισή του με το amaruto της Ύστερης Εποχής του Χαλκού που μαρτυρείται στις πινακίδες της Γραμμικής Β και στους ενεπίγραφους σφραγιδόλιθους από τη Θηβαϊκή Καδμεία.

 

Περισσότερες πληροφορίες

Tobias Krapf, Ερέτρια και Αμάρυνθος: δυο γειτονικοί αλλά διαφορετικοί οικισμοί της Μέσης Εποχής Χαλκού στην Εύβοια. In A. Mazarakis Ainian (ed), 4ο Αρχαιολογικό Έργο Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, Conference held in Volos (15.3-18.3.2012). Volos 2015, 681-696.

Εποχή του Σιδήρου

Οι γνώσεις μας για τη μετάβαση στην Εποχή του Σιδήρου και τη χρήση της θέσης στις απαρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ. είναι αποσπασματικές. Δεν έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου στην κορυφή του λόφου των Παλαιοεκκλησιών, αλλά οι ανακαλύψεις που έγιναν στους πρόποδες του ακρωτηρίου δείχνουν ότι στην άκρη του όρμου που δημιουργήθηκε από τον προϊστορικό κόλπο υπήρχε εγκατάσταση μεταξύ της Μυκηναϊκής και της Γεωμετρικής περιόδου. Τα αρχαιότερα κατάλοιπα είναι ένας συμπαγής τοίχος του 11ου-10ου αι. π.Χ. που βρέθηκε κάτω από τα θεμέλια της Ανατολικής Στοάς, καθώς και μία ταφή παιδιού του 9ου αι. π.Χ. που περιείχε εννέα αγγεία. Ανακαλύφθηκαν επίσης κατάλοιπα αψιδωτών κτηρίων που ανάγονται στον 8ο αι., τα οποία θυμίζουν παρόμοιες κατασκευές στο ιερό του Δαφνηφόρου Απόλλωνα.

Εντοπίστηκαν μεμονωμένα αναθήματα του 8ου και 7ου αι. π.Χ. σε ύστερες επιχώσεις: θραύσματα χάλκινων ασπίδων, μια σφραγίδα από οφίτη που ανήκει στην “Ομάδα του Λυράρη”, καθώς και αρκετά χαράγματα σε αγγεία και πήλινα αντικείμενα.
Ένα χάλκινο αγαλματίδιο ταύρου, το οποίο χρονολογείται στα τέλη του 8ου αι. π.Χ. βρέθηκε επίσης σε ένα λάκκο στους πρόποδες του λόφου, θυμίζει αγαλματίδια που προέρχονται από το Πέϊ Δοκού κοντά στη Χαλκίδα ή από το Καβείριο της Θήβας.

Ανασκαφή οινοχόης του τέλους του 8ου αι. π.Χ.

 

Περισσότερες πληροφορίες

Claude Léderrey, Ein subprotogeometrisches Kindergrab. AntK 51, 2008, 159-164.

Béatrice Blandin, Amarynthos au début de l’âge du fer à la lumière des fouilles récentes. AntK 51, 2008, 180-190.

Η Αρχαϊκή περίοδος

Κατά την Αρχαϊκή περίοδο παρατηρήθηκε η πρώτη μνημειακή διαμόρφωση του ιερού χώρου. Στη δυτική πεδιάδα αποκαλύφθηκαν τα ογκώδη θεμέλια ενός μεγάλου κτιρίου με κεντρική κιονοστοιχία διαστάσεων, άνω των 30m x 10m. Προσανατολισμένο προς τα ανατολικά και απέναντι από ένα μνημειακό θεμέλιο 5m x 12m, το κτίριο αυτό ταυτοποιείται ως ο ναός της Αρτέμιδος και ο βωμός του. Κοντά στο βωμό ανακαλύφθηκαν μια φαρέτρα, που πιθανώς ανήκε σε αγαλματίδιο της Αρτέμιδος, και ενας χάλκινος σαυρωτήρας δόρατος.

Η ανασκαφή στο εσωτερικό του κτιρίου απέδωσε ένα πλούσιο αποθέτη που περιλάμβανε κεραμικά και χάλκινα αγγεία, διακοσμημένα πήλινα ειδώλια από τερακότα, χρυσά κοσμήματα, ασήμι, φαγεντιανή, γυαλί και ημιπολύτιμους λίθους, σφραγίδες ανατολίτικης τεχνοτροπίας σε σχήμα σκαραβαίου, καθώς και όπλα (μεταξύ των οποίων ένα κράνος και μια ασπίδα). Ο αποθέτης, αυτό, που χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ., μπορεί πιθανώς να συσχετιστεί με την κατασκευή του ναού.

Οι εν εξελίξει ανασκαφές αποκάλυψαν επίσης την ύπαρξη ενός προγενέστερου κτιρίου από πλίνθους και ενός πρώτου βωμού απέναντί του. Αυτός ο πρώτος ναός χρονολογείται πιθανότατα στο δεύτερο μισό του 7ου αιώνα π.Χ.

Την ίδια εποχή, λίγο νατολικότερα, ανεγέρθηκε ένα κτίριο μήκους 38 μέτρων, με μεγάλα θυραία ανοίγματα σε κάθε άκρο, που επέτρεπαν την πρόσβαση στο ιερό. Στο μέσον, δύο ευρύχωρα δωμάτια, των οποίων η λειτουργία παραμένει προς το παρόν άγνωστη, οδηγούσαν στον ιερό χώρο. Ακριβώς στα δυτικά, αποκαλύφθηκε μια ρηχή δεξαμενή, της οποίας οι τοίχοι και ο πυθμένας ήταν κατασκευασμένα από μεγάλες κεράμους Κορινθιακού τύπου, γεγονός που υποδηλώνει δραστηριότητες που σχετίζονται με το νερό μπροστά από το κτίριο.

Ένας δρόμος από χαλίκια βρέθηκε παραπλεύρως του κτιρίου, οριοθετημένος από έναν αναλημματικό τοίχο. Ένα θραύσμα μικρού χάλκινου τροχού βρέθηκε σε λάκκο που ανασκάφηκε μεταξύ του δρόμου και του κτιρίου. Ο τροχός φέρει το όνομα Θεογ-, χαραγμένο από τα δεξιά προς τα αριστερά.

Πρώιμο αρχαϊκό κτίριο που συνορεύει με το ιερό

 

Περισσότερες πληροφορίες

Samuel Verdan et al., The early phases in the Artemision at Amarynthos in Euboea, Greece. In T.E. Cinquantaquattro – M. D’Acunto (eds), Euboica II. Pithekoussai and Euboea between East and West, che sarà pubblicato nella rivista AION, Annali di Archeologia e Storia Antica, Università degli Studi di Napoli L’Orientale, n.s. 27, 2021, 73-118.

 

 

Η Κλασική περίοδος

Κατά τη διάρκεια του 5ου αι. π.Χ., ένας πακτωμένος δρόμος (πλάτους τουλάχιστον 3,5 μ.) κατασκευάστηκε πάνω από τον προγενέστερο αρχαϊκό, με την ίδια κατεύθυνση και οριοθετημένος στη μία πλευρά από έναν νέο τοίχο από ακανόνιστους λίθους. Ίχνη τροχού διατηρούνται στην επιφάνεια της οδού. Κατά το πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ., ένα ορθογώνιο κτίσμα ανοιχτό στα δυτικά οικοδομήθηκε πάνω στην κλασική οδό. Από το οικοδόμημα σώζονται μόνο η θεμελίωση διαστάσεων 12 x 9 μ. και δύο βάσεις που έφεραν ημι-ενσωματωμένους πεσσίσκους και χώριζαν το εσωτερικό σε δύο ίσους χώρους. Το κτίριο έχει προς το παρόν ερμηνευθεί ως προπύλαιο, το οποίο διαδέχθηκε το μνημειακό οικοδόμημα της Αρχαϊκής περιόδου.

Βόρεια του ιερού, έχουν αποκαλυφθεί λιγοστά κατάλοιπα που ανήκουν σε μια πρώιμη στοά, η οποία πιθανότατα ανεγέρθηκε κατά μήκος ενός παλαιότερου περιβόλου.

Τρία μικρά τετράπλευρα κτίσματα, ευθυγραμμισμένα με τη βόρεια στοά, βρέθηκαν αντικριστά από το βωμό, ενώ μια σειρά παρόμοιων κατασκευών έχει ανασκαφεί στα νότια του ναού. Η κάτοψή τους θυμίζει οίκους, κτίρια διαφόρων λειτουργιών που συναντώνται συχνά σε ιερά.

Kleiner “Oikos” oder Schatzhaus im Artemision

Οι ελληνιστικές στοές

Η πιο εντυπωσιακή ανακάλυψη μέχρι τώρα είναι μια επιμήκης δίκλιτη στοά σε σχήμα Π , πλάτους 11,80 μ. και μήκους 69,2 μ. Οικοδομήθηκε πάνω από τις προγενέστερες οδούς και παρουσιάζει παρόμοια κατεύθυνση ΝΔ-ΒΑ, διατηρώντας τον ίδιο άξονα δόμησης από τον 7ο αι. π.Χ. Την πτέρυγα που προεκτείνεται συνεχίζει στα βορειοδυτικά μια μονόκλιτη στοά. Οι δύο στοές μαζί περιβάλλουν έναν μεγάλο υπαίθριο χώρο, ίσως την αναφερόμενη ως αυλή στον Ερετριακό νόμο για τα Αρτεμίσια (IG XII 9, 189).

Μόνο ένα μέρος της Ανατολικής στοάς έχει ανασκαφεί. Η μπροστινή κιονοστοιχία πατά σε θεμελίωση αποτελούμενη από δύο σειρές από κροκαλοπαγείς λίθους. Η κιονοστοιχία έφερε δωρικό θριγκό όπως μαρτυρεί η ανεύρεση ενός ασβεστολιθικού τμήματος από τη ζωφόρο με τρεις μετόπες και ενός θραύσματος από το γείσο. Η στοά είχε κεντρική κιονοστοιχία με μετακιόνια διαστήματα 5,20 μ. Ολόκληρη η κάτοψη ακολουθεί έναν κανόνα ίσο με 5,20 μ. που πιθανώς αντιστοιχεί σε 16 δωρικούς πόδες και διαπιστώνεται τόσο στην εσωτερική κιονοστοιχία όσο και στις δύο πτέρυγες. Το μεγαλύτερο μέρος από τις κιονοστοιχίες ή ο θριγκός πιθανώς κατέληξαν σε Μεσαιωνική ασβεστοκάμινο που βρέθηκε στην πρόσοψη της στοάς. Ο οπίσθιος τοίχος της στοάς απαρτιζόταν από λίθινη ευθυντηρία, αποτελούμενη από δύο σειρές ορθοστατών μέσου βάρους ½ τόνου, και ανωδομή από ωμοπλίνθους. Το δάπεδο της στοάς ήταν από πατημένο χώμα. Ως προς τη χρονολόγηση της στοάς, η ανασκαφή της τάφρου θεμελίωσης υποδηλώνει ασφαλή χρονολόγηση στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ., πιθανώς κατά τον τρίτο τέταρτο.

Σε μια δεύτερη φάση (3ος αι. π.Χ.), κατά μήκος του οπίσθιου τοίχου της στοάς προστέθηκε ένα λίθινο θρανίο, από το οποίο σώθηκαν μόνο οι λίθοι της θεμελίωσης. Βρέθηκαν μόνο μια βάση από ασβεστόλιθο και ένα θραύσμα στηρίγματος. Κατά την τελευταία φάση (3ος αι. π.Χ.), μια θύρα και ένα πρόπυλο προστέθηκαν στον οπίσθιο τοίχο του οικοδομήματος.

H Ανατολική στοά

Αναπαράσταση της ανατολικής στοάς (Bruderer 2019)

Το κτίσμα από ορθογώνια λιθοδομή

Στα ανατολικά της στοάς διαμορφώθηκε μεγάλη επιφάνεια, η οποία εκτεινόταν έως τους πρόποδες του λόφου των Παλαιοεκκλησιών. Ένα κτίσμα κατασκευασμένο με το σύστημα της ορθογώνιας λιθοδομής ενσωματώθηκε εν μέρει στον λόφο. Η πρόσβαση γινόταν από μια ράμπα από πατημένο χώμα. Η κάτοψη του κτίσματος παραμένει άγνωστη, επειδή ανασκάφηκαν μόνο ο βόρειος και ο ανατολικός τοίχος του. Ο πλαϊνός (βόρειος) τοίχος έχει μήκος 10,90 μ. και πλάτος 0,56 μ., ενώ τμήμα του οπίσθιου (ανατολικού) τοίχου, μήκους 22 μ., είναι ορατό και συνεχίζει προς τα νότια. Τον οπίσθιο τοίχο στήριζαν πεσσοί που λειτουργούσαν ως εσωτερικές και εξωτερικές αντηρίδες με στόχο την αντιστήριξη του εδάφους. Παρά τους πεσσούς, ωστόσο, ο οπίσθιος τοίχος κατέρρευσε και οι λίθοι σκόρπισαν μέσα στο κτίριο. Βασιζόμενος στη θέση των λίθων που κατέρρευσαν στο δάπεδο από πατημένο χώμα, μπορεί κανείς να υπολογίσει πως ο οπίσθιος τοίχος είχε ύψος τουλάχιστον 2,25 μ. και πέντε στρώσεις. Οι ογκόλιθοι, ορθογώνιας λιθοδομής, έχουν επεξεργαστεί πολύ επιμελώς. Το κτίριο, η χρονολόγηση του οποίου στην Ελληνιστική εποχή είναι αβέβαιη, θα μπορούσε να είναι ένας αναλημματικός τοίχος, μια εξέδρα, ή ακόμα και μια στοά.

 

 

Κτίσμα από ορθογώνια λιθοδομή

Η κεντρική αυλή το ιερό πηγάδι

Η μεγάλη αυλή που περιβαλλόταν από στοές φιλοξενούσε τιμητικά μνημεία, από τα οποία σώθηκαν μερικές βάσεις. Βρέθηκαν λίγα θραύσματα από γλυπτά και επιγραφές, τα περισσότερα των οποίων είχαν πιθανώς επαναχρησιμοποιηθεί κατά την Ύστερη Αρχαιότητα. Ευτυχώς, η τυχαία ανακάλυψη ενός ρωμαϊκού πηγαδιού έριξε φως πάνω σε μέρος των αναθημάτων που κοσμούσαν το ιερό. Πρόκειται για ημιυπόγεια κατασκευή, η οποία ήταν προσβάσιμη μέσω δύο αντικριστών κλιμάκων και περιείχε πολλές στήλες, βάσεις και αρχιτεκτονικά μέλη σε δεύτερη χρήση. Περισσότερο από 160 χάλκινα νομίσματα βρέθηκαν πάνω στις κλίμακες και μέσα στο πηγάδι, γεγονός που υποδηλώνει πως η κατασκευή αυτή είχε αναμφίβολα τελετουργικό χαρακτήρα. Το πηγάδι αυτό είχε δύο οικοδομικές φάσεις και, κρίνοντας από τα ευρήματα, ήταν σε χρήση για μεγάλο χρονικό διάστημα, από τον 1ο αι. π.Χ. έως τα τέλη του 3ου αι. μ.Χ.

Ρωμαϊκό πηγάδι χτισμένο από στήλες και αρχιτεκτονικά μέλη σε δεύτερη χρήση

Το τέλος της λατρείας της Αρτέμιδος

Οι τελευταίες φάσεις του ιερού είναι ακόμη ελάχιστα γνωστές. Χρησίμευε ως τόπος λατρευτικής άσκησης μέχρι την αυτοκρατορική περίοδο, όπως αποδεικνύεται από τη χρήση του ιερού πηγαδιού και την επισκευή αρκετών κτιρίων, συμπεριλαμβανομένης της βόρειας στοάς. Τα κτίρια πιθανώς αποσυναρμολογήθηκαν προς το τέλος της αρχαιότητας. Έναν ή δύο αιώνες αργότερα, παλαιοχριστιανικοί τάφοι μαρτυρούν τη συμβολική δύναμη που εξακολουθούσε να ασκεί ο χώρος.