Έρευνα πεδίου στην Αμάρυνθο

Το ερευνητικό πρόγραμμα στο Αρτεμίσιο της Αμαρύνθου αποτελεί εξ αρχής αποτέλεσμα στενής συνεργασίας ανάμεσα στην Ελβετική Αρχαιολογική Σχολή στην Ελλάδα (ΕΑΣΕ) και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ευβοίας (ΕΑΕ). Το ερευνητικό πρόγραμμα, υποστηριζόμενο από το Ελβετικό Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών, διενεργείται με τη συνεπίβλεψη του Karl Reber, Διευθυντή της ΕΑΣΕ, και της Αμαλίας Καραπασχαλίδου, Επίτιμης Εφόρου της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ευβοίας. Οι εργασίες πεδίου διευθύνονται από τον Tobias Krapf, Επιστημονικό Γραμματέα της ΕΑΣΕ. Επιστημονική επίβλεψη στο έργο ασκούν επίσης οι Denis Knoepfler, Ομότιμος Καθηγητής στο  Collège de France και στο Πανεπιστήμιο του Neuchâtel και εμπνευστής του ερευνητικού προγράμματος, ο Thierry Theurillat, Επιστημονικός Γραμματέας της ΕΑΣΕ, καθώς και ο Sylvian Fachard, τέως Επιστημονικός Γραμματέας της ΕΑΣΕ και νυν Καθηγητής Mellon στην ΑΣΚΣΑ.

Περιβάλλον

Ο λόφος των Παλαιοεκκλησιών είναι ένα παράκτιο ύψωμα που καταλαμβάνει το ανατολικό άκρο της λεκάνης απορροής του ποταμού Σαρανταπόταμου, ο οποίος πιθανότατα καλείτο Ερασινός κατά την αρχαιότητα.

Χάρη στο γεωαρχαιολογικό πρόγραμμα που διενεργήθηκε σε συνεργασία με το γαλλικό  CNRS-CEREGE

υπό τη διεύθυνση του Matthieu Ghilardi είναι πλέον δυνατό να ανασυνθέσουμε το παλαιοπεριβάλλον του Αρτεμισίου, το οποίο παρουσιάζει σημαντική μεταβολή από την αρχαιότητα. Από τις αρχές του Ολόκαινου έως περίπου το 2600-2400 π.Χ., η περιοχή χαρακτηρίζεται από ένα εξ ολοκλήρου θαλάσσιο περιβάλλον. Αυτό το περιβάλλον εξελίχθηκε αργά σε υφάλμυρο/κλειστή λιμνοθάλασσα από την Πρώιμη Ελλαδική έως την Ύστερη Γεωμετρική περίοδο (περ. 750 π.Χ.), κυρίως εξαιτίας της προέλασης του δέλτα του ποταμού Σαρανταπόταμου. Από τον 8ο αι. π.Χ. και έπειτα η λιμνοθάλασσα αντικαταστάθηκε σταδιακά από βάλτους. Το ιερό αναπτύχθηκε, λοιπόν, σε ένα περιορισμένο περιβάλλον, μεταξύ των παράκτιων βάλτων προς τα δυτικά, ενός ανώμαλου ακρωτηρίου στα ανατολικά και της ακτής της θάλασσας προς τα νότια. Αυτό το τοπίο είναι σύνηθες και σε άλλα ιερά της Αρτέμιδος που βρίσκονται κατά μήκος του Πορθμού του Ευρίπου και ακόμη νοτιότερα στη Βραυρώνα, τις Αλές, την Αυλίδα και την Ιστιαία.

Αμάρυνθος, ανασύνθεση του παλαιοπεριβάλλοντος

Αμάρυνθος, σημερινή κατάσταση του ιερού

 

Περισσότερες πληροφορίες

Matthieu Ghilardi et al., Reconstructing mid-to-recent Holocene paleoenvironments in the vicinity of ancient Amarynthos (Euboea, Greece). Geodinamica Acta 25.1-2, 2012, 38-51.

Εποχή του Χαλκού

Το τοπογραφικό περιβάλλον αυτού του παράκτιου λόφου είναι χαρακτηριστικό των θέσεων της Εποχής του Χαλκού και παρουσιάζει ομοιότητες με τη Δροσιά, το Δράμεσι και το Λευκαντί. Το Λευκαντί ιδίως παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με τις Παλαιοεκκλησιές, με τα δύο αγκυροβόλια (σήμερα έχουν επιχωματωθεί) πίσω από τον λόφο. Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που ανήκουν σε όλες τις φάσεις της Εποχής του Χαλκού αποκαλύφθηκαν στην κορυφή του λόφου κατά τις ανασκαφές της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας τη δεκαετία του 1980. Ένας οικισμός της Μέσης Ελλαδικής Εποχής ανασκάφηκε μερικώς στα βόρεια του λόφου, μαρτυρώντας την επέκταση της εγκατάστασης πέρα από τα όρια του λόφου, γύρω από τη λιμνοθάλασσα της προϊστορικής εποχής. Τα μυκηναϊκά ειδώλια ανθρώπων και ζώων που βρέθηκαν στις επιχώσεις της πλαγιάς είναι πολύ λίγα για να υποστηρίξουν πρώιμη λατρευτική δραστηριότητα στην περιοχή. Τα ευρήματα, ωστόσο, μαρτυρούν την ύπαρξη ενός μεγάλου οικισμού, αναμφίβολα της μοναδικής σημαντικής Μυκηναϊκής θέσης ανάμεσα στο Αλιβέρι και το Λευκαντί. Αυτό υπαγορεύει την ταύτισή του με το amaruto της Ύστερης Εποχής του Χαλκού που μαρτυρείται στις πινακίδες της Γραμμικής Β και στους ενεπίγραφους σφραγιδόλιθους από τη Θηβαϊκή Καδμεία.

 

Περισσότερες πληροφορίες

Tobias Krapf, Ερέτρια και Αμάρυνθος: δυο γειτονικοί αλλά διαφορετικοί οικισμοί της Μέσης Εποχής Χαλκού στην Εύβοια. In A. Mazarakis Ainian (ed), 4ο Αρχαιολογικό Έργο Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, Conference held in Volos (15.3-18.3.2012). Volos 2015, 681-696.

Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου

Οι γνώσεις μας για τη μετάβαση στην Εποχή του Σιδήρου και τη χρήση της θέσης στις απαρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ. είναι αποσπασματικές. Δεν έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου στην κορυφή του λόφου των Παλαιοεκκλησιών, αλλά οι ανακαλύψεις που έγιναν στους πρόποδες του ακρωτηρίου δείχνουν ότι στην άκρη του όρμου που δημιουργήθηκε από τον προϊστορικό κόλπο υπήρχε εγκατάσταση μεταξύ της Πρωτογεωμετρικής και της Γεωμετρικής περιόδου. Τα αρχαιότερα κατάλοιπα είναι ταφές, ανάμεσα στις οποίες μία ταφή παιδιού της Μέσης Γεωμετρικής Ι εποχής που περιείχε 9 αγγεία, καθώς και ένας τοίχος συμπαγούς κατασκευής του 8ου αι. π.Χ., πλάτους 80 εκ., μερικώς ανεσκαμμένος κάτω από την Ανατολική Στοά.

Ένα εν παραστάσι κτίσμα της Πρώιμης Αρχαϊκής εποχής θυμίζει τις μνημειακές δημόσιες «αίθουσες» που ανακαλύφθηκαν σε όλη την Ελλάδα, όπως στο Εμπορειό, την Ελευσίνα ή το Καλαπόδι. Το κτίριο έχει μήκος τουλάχιστον 12,50 μ. και πλάτος 5,5 μ. Οι δύο παραστάδες από ορθοστάτες προσεκτικά τοποθετημένους, διαμόρφωναν την είσοδο του κτιρίου στα βορειοανατολικά. Η προέκταση του κτιρίου στα νότια παραμένει άγνωστη. Ένας χαλικωτός δρόμος κατά μήκος του κτιρίου καταλήγει σε έναν αναλημματικό τοίχο, ο οποίος εξυπηρετούσε ως όριο.

Σε ένα λάκκο που βρέθηκε ανάμεσα στο δρόμο και το κτίριο εντοπίστηκε θραύσμα μικρού χάλκινου τροχού, που φέρει το όνομα Θεογ– με γραφή από δεξιά προς τα αριστερά. Επίσης, εντοπίστηκαν μεμονωμένα αναθήματα του 8ου και 7ου αι. π.Χ. σε ύστερες επιχώσεις: θραύσματα χάλκινων ασπίδων, μια σφραγίδα από οφίτη που ανήκει στην “Ομάδα του Λυράρη”, καθώς και αρκετά χαράγματα σε αγγεία και πήλινα αντικείμενα.

Πρώιμα Αρχαϊκά κατάλοιπα

 

Περισσότερες πληροφορίες

Claude Léderrey, Ein subprotogeometrisches Kindergrab. AntK 51, 2008, 159-164.

Béatrice Blandin, Amarynthos au début de l’âge du fer à la lumière des fouilles récentes. AntK 51, 2008, 180-190.

Κλασική περίοδος

Κατά τη διάρκεια του 5ου αι. π.Χ., ένας πακτωμένος δρόμος (πλάτους τουλάχιστον 3,5 μ.) κατασκευάστηκε πάνω από τον προγενέστερο αρχαϊκό, με την ίδια κατεύθυνση και οριοθετημένος στη μία πλευρά από έναν νέο τοίχο από ακανόνιστους λίθους. Ίχνη τροχού διατηρούνται στην επιφάνεια της οδού. Κατά το πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ., ένα ορθογώνιο κτίσμα ανοιχτό στα δυτικά οικοδομήθηκε πάνω στην κλασική οδό. Από το οικοδόμημα σώζονται μόνο η θεμελίωση διαστάσεων 12 x 9 μ. και δύο βάσεις που έφεραν ημι-ενσωματωμένους πεσσίσκους και χώριζαν το εσωτερικό σε δύο ίσους χώρους. Η κάτοψη παραπέμπει σε οίκους, κτίσματα για διάφορες χρήσεις που βρίσκονται στα ιερά.

Ένα δεύτερο μνημειώδες οικοδόμημα αποτελούμενο από δύο παράλληλες θεμελιώσεις και πιθανότατα από μια κεντρική κιονοστοιχία εντοπίστηκε κάτω από το υπόγειο μιας σύγχρονης οικίας. Η κάτοψή του και η κεραμική που βρέθηκε παραπέμπουν σε στοά ή ναό/οίκο του 5ου αι. π.Χ. Μια μνημειακή κατασκευή από ασβεστόλιθο που βρέθηκε νοτιότερα χρονολογείται στην Πρώιμη Κλασική περίοδο.

Κατάλοιπα κλασικής εποχής

Κατάλοιπα κλασικής εποχής

Οι ελληνιστικές στοές

Η πιο εντυπωσιακή ανακάλυψη μέχρι τώρα είναι μια επιμήκης δίκλιτη στοά με πτέρυγες, πλάτους 11,80 μ. και μήκους τουλάχιστον 50 μ. Οικοδομήθηκε πάνω από τις προγενέστερες οδούς και παρουσιάζει παρόμοια κατεύθυνση ΝΔ-ΒΑ, διατηρώντας τον ίδιο άξονα δόμησης από τον 7ο αι. π.Χ. Την πτέρυγα που προεκτείνεται συνεχίζει στα βορειοδυτικά μια μονόκλιτη στοά. Οι δύο στοές μαζί περιβάλλουν έναν μεγάλο υπαίθριο χώρο, ίσως την αναφερόμενη ως αυλή στον Ερετριακό νόμο για τα Αρτεμίσια (IG XII 9, 189).

Μόνο ένα μέρος της Ανατολικής στοάς έχει ανασκαφεί. Η μπροστινή κιονοστοιχία πατά σε θεμελίωση αποτελούμενη από δύο σειρές από κροκαλοπαγείς λίθους. Η κιονοστοιχία έφερε δωρικό θριγκό όπως μαρτυρεί η ανεύρεση ενός ασβεστολιθικού τμήματος από τη ζωφόρο με τρεις μετόπες και ενός θραύσματος από το γείσο. Η στοά είχε κεντρική κιονοστοιχία με μετακιόνια διαστήματα 5,20 μ. Ολόκληρη η κάτοψη ακολουθεί έναν κανόνα ίσο με 5,20 μ. που πιθανώς αντιστοιχεί σε 16 δωρικούς πόδες και διαπιστώνεται τόσο στην εσωτερική κιονοστοιχία όσο και στις δύο πτέρυγες. Το μεγαλύτερο μέρος από τις κιονοστοιχίες ή ο θριγκός πιθανώς κατέληξαν σε Μεσαιωνική ασβεστοκάμινο που βρέθηκε στην πρόσοψη της στοάς. Ο οπίσθιος τοίχος της στοάς απαρτιζόταν από λίθινη ευθυντηρία, αποτελούμενη από δύο σειρές ορθοστατών μέσου βάρους ½ τόνου, και ανωδομή από ωμοπλίνθους. Το δάπεδο της στοάς ήταν από πατημένο χώμα. Ως προς τη χρονολόγηση της στοάς, η ανασκαφή της τάφρου θεμελίωσης υποδηλώνει ασφαλή χρονολόγηση στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ., πιθανώς κατά τον τρίτο τέταρτο.

Σε μια δεύτερη φάση (3ος αι. π.Χ.), κατά μήκος του οπίσθιου τοίχου της στοάς προστέθηκε ένα λίθινο θρανίο, από το οποίο σώθηκαν μόνο οι λίθοι της θεμελίωσης. Βρέθηκαν μόνο μια βάση από ασβεστόλιθο και ένα θραύσμα στηρίγματος. Κατά την τελευταία φάση (3ος αι. π.Χ.), μια θύρα και ένα πρόπυλο προστέθηκαν στον οπίσθιο τοίχο του οικοδομήματος.

H Ανατολική στοά

Ελληνιστικά κατάλοιπα

Το κτίσμα από ορθογώνια λιθοδομή

Στα ανατολικά της στοάς διαμορφώθηκε μεγάλη επιφάνεια, η οποία εκτεινόταν έως τους πρόποδες του λόφου των Παλαιοεκκλησιών. Ένα κτίσμα κατασκευασμένο με το σύστημα της ορθογώνιας λιθοδομής ενσωματώθηκε εν μέρει στον λόφο. Η πρόσβαση γινόταν από μια ράμπα από πατημένο χώμα. Η κάτοψη του κτίσματος παραμένει άγνωστη, επειδή ανασκάφηκαν μόνο ο βόρειος και ο ανατολικός τοίχος του. Ο πλαϊνός (βόρειος) τοίχος έχει μήκος 10,90 μ. και πλάτος 0,56 μ., ενώ τμήμα του οπίσθιου (ανατολικού) τοίχου, μήκους 22 μ., είναι ορατό και συνεχίζει προς τα νότια. Τον οπίσθιο τοίχο στήριζαν πεσσοί που λειτουργούσαν ως εσωτερικές και εξωτερικές αντηρίδες με στόχο την αντιστήριξη του εδάφους. Παρά τους πεσσούς, ωστόσο, ο οπίσθιος τοίχος κατέρρευσε και οι λίθοι σκόρπισαν μέσα στο κτίριο. Βασιζόμενος στη θέση των λίθων που κατέρρευσαν στο δάπεδο από πατημένο χώμα, μπορεί κανείς να υπολογίσει πως ο οπίσθιος τοίχος είχε ύψος τουλάχιστον 2,25 μ. και πέντε στρώσεις. Οι ογκόλιθοι, ορθογώνιας λιθοδομής, έχουν επεξεργαστεί πολύ επιμελώς. Το κτίριο, η χρονολόγηση του οποίου στην Ελληνιστική εποχή είναι αβέβαιη, θα μπορούσε να είναι ένας αναλημματικός τοίχος, μια εξέδρα, ή ακόμα και μια στοά.

 

 

Κτίσμα από ορθογώνια λιθοδομή

Η αυλή

Η μεγάλη αυλή που περιβαλλόταν από στοές φιλοξενούσε τιμητικά μνημεία, από τα οποία σώθηκαν μερικές βάσεις. Βρέθηκαν λίγα θραύσματα από γλυπτά και επιγραφές, τα περισσότερα των οποίων είχαν πιθανώς επαναχρησιμοποιηθεί κατά την Ύστερη Αρχαιότητα. Ευτυχώς, η τυχαία ανακάλυψη ενός ρωμαϊκού πηγαδιού χτισμένου εξ ολοκλήρου από στήλες, βάσεις και αρχιτεκτονικά μέλη σε δεύτερη χρήση, έριξε φως πάνω στα τιμητικά μνημεία που κάποτε κοσμούσαν το ιερό. Η ενδιαφέρουσα αυτή υπόγεια κατασκευή ήταν προσβάσιμη μέσω δύο αντικριστών κλιμάκων. Περισσότερο από 150 χάλκινα νομίσματα βρέθηκαν στις κλίμακες και στο πηγάδι, γεγονός που υποδηλώνει πως η κατασκευή αυτή θα μπορούσε να είχε τελετουργικό χαρακτήρα.

Ρωμαϊκό πηγάδι χτισμένο από στήλες και αρχιτεκτονικά μέλη σε δεύτερη χρήση

Το τέλος της λατρείας της Αρτέμιδος

Οι τελευταίες φάσεις του ιερού είναι ακόμη σχετικά άγνωστες. Ήταν σε χρήση ως χώρος λατρείας έως τη ρωμαϊκή εποχή, όταν κατεδαφίστηκε μερικώς. Έναν ή δύο αιώνες αργότερα, ταφές της Παλεοχριστιανικής περιόδου μαρτυρούν τη συμβολική δύναμη που ο χώρος ακόμη κατείχε.